αγγλόφωνος

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αγγλόφωνος < αγγλο- (< Άγγλος) + φωνή
Η λέξη μαρτυρείται από το 1891

Open book 01.svg Επίθετο

αγγλόφωνος αρσενικό, αγγλόφωνη θηλυκό, αγγλόφωνο ουδέτερο

  • αυτός που έχει ως μητρική γλώσσα την αγγλική
  • αυτός που μιλά αγγλικά, που τα αγγλικά έχουν καθιερωθεί ως επίσημη γλώσσα
αγγλόφωνοι πληθυσμοί



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες