αγνότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγνότητα αγνότητες
γενική αγνότητας αγνοτήτων
αιτιατική αγνότητα αγνότητες
κλητική αγνότητα αγνότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγνότητα < αρχαία ελληνική ἀγνότης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈɡnɔ.ti.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αγνότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του αγνού
    η αγνότητα ενός μικρού παιδιού
    η αγνότητα των υλικών μας εγγυάται την επιτυχία της συνταγής σας
  2. η παρθενία
    έχασε την αγνότητά της

32πχ Μεταφράσεις[]