αεροδιάδρομος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αεροδιάδρομος αεροδιάδρομοι
γενική αεροδιαδρόμου αεροδιαδρόμων
αιτιατική αεροδιάδρομο αεροδιαδρόμους
κλητική αεροδιάδρομε αεροδιάδρομοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αεροδιάδρομος = αέρας, εναέριος + διάδρομος, διαδρομή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αεροδιάδρομος αρσενικό

  1. ΄(αεροπορικός όρος): ο ειδικά οριοθετημένος διάδρομος στην ατμόσφαιρα μέσα στον οποίο υποχρεούνται να κινούνται τα αεροσκάφη, υποκείμενα στον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

Συχνά συγχέεται με το διάδρομο αποπροσγείωσης των αεροδρομίων (runway), δηλαδή τον πραγματικό και όχι νοητό χώρο στον οποίο προσγειώνονται ή από τον οποίο απογειώνονται τα αεροσκάφη.

32πχ Μεταφράσεις[]