ανήλικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανήλικος < ελληνιστική κοινή ἀνήλικος < αν- στερητικό + ηλικία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανήλικος

  1. που διανύει την παιδική ή την εφηβική ηλικία
  2. που, ανάλογα με τον νόμο, δεν έχει φτάσει ακόμα σε κάποια συγκεκριμένη ηλικία
    ο Κυπριακός νόμος του 1995, περί Υιοθεσίας, θεωρεί ανήλικο κάθε πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ χρόνων

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]