ανήλικος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ανήλικος < ελληνιστική κοινή ἀνήλικος < αν- στερητικό + ηλικία
Επίθετο [
]
ανήλικος
- που διανύει την παιδική ή την εφηβική ηλικία
- που, ανάλογα με τον νόμο, δεν έχει φτάσει ακόμα σε κάποια συγκεκριμένη ηλικία
- ο Κυπριακός νόμος του 1995, περί Υιοθεσίας, θεωρεί ανήλικο κάθε πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ χρόνων