αναπόδραστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αναπόδραστος < αρχαία ελληνική ἀναπόδραστος < ἀ- στερητικό + ἀποδιδράσκω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[]

αναπόδραστος, -η -ο

  1. αυτός από τον οποίο δεν μπορεί κάποιος να αποδράσει, αναπόφευκτος
  2. αυτός που δεν μπορεί να αποφευχθή,

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]