αργυραμοιβός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αργυραμοιβός αργυραμοιβοί
γενική αργυραμοιβού αργυραμοιβών
αιτιατική αργυραμοιβό αργυραμοιβούς
κλητική αργυραμοιβέ αργυραμοιβοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αργυραμοιβός < άργυρος + -αμοιβός (< αμείβω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /aɾ.ʝi.ɾa.mi.ˈvɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αργυραμοιβός αρσενικό

  1. o ανταλλάκτης νομισμάτων, ξένου σε εγχώριο ή αντιστρόφως, με αμοιβή του τη διαφορά (spread) μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης του νομίσματος (προμήθεια). Οι αργυραμοιβοί δραστηριοποιήθηκαν ουσιαστικά πριν από την ανάπτυξη του τραπεζικού συστήματος που περατώνει πλέον αυτές τις συναλλαγές

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]


32πχ Μεταφράσεις[]