αυγή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αυγή | αυγές |
| γενική | αυγής | αυγών |
| αιτιατική | αυγή | αυγές |
| κλητική | αυγή | αυγές |
[
]
Ετυμολογία
- αυγή < ελληνιστική κοινή αὐγή
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
αυγή θηλυκό
- η αρχή μιας νέας ημέρας με το πρώτο φως του ήλιου πριν την ανατολή, το χάραμα, το ξημέρωμα
- (μεταφορικά) το πρώτο ξεκίνημα μιας σπουδαίας καινούριας εξέλιξης, η αρχή