αφορισμός

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική αφορισμός αφορισμοί
Γενική αφορισμού αφορισμών
Αιτιατική αφορισμό αφορισμούς
Κλητική αφορισμέ αφορισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αφορισμός < αρχαία ελληνική ἀφορίζω "ξεχωρίζω, διαιρώ" < ἀπό + ὁρίζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /a.fɔ.ɾi.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

αφορισμός αρσενικό

  1. σύντομη, περιεκτική δήλωση που περιέχει μια ευρύτερα αποδεκτή αλήθεια, απόφθεγμα
  2. εκκλησιαστική ποινή με την οποία μέλος ενός χριστιανικού δόγματος αποκλείεται εντελώς από τη χριστιανική κοινότητα, ως τιμωρία για πολύ σοβαρά αμαρτήματα στα οποία περιέπεσε.

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις