βινύλιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- βινύλιο < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
βινύλιο αρσενικό
- (χημεία) χημική ρίζα (−CH=CH2)
- (χημεία) βινυλίτης
- υλικό κατασκευασμένο από βινυλίτη
- (συνεκδοχικά) δίσκος για πικάπ κατασκευασμένος από βινύλιο
Μεταφράσεις [
]
βινύλιο