βινύλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βινύλιο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βινύλιο αρσενικό

  1. (χημεία) χημική ρίζα (−CH=CH2)
  2. (χημεία) βινυλίτης
  3. υλικό κατασκευασμένο από βινυλίτη
  4. (συνεκδοχικά) δίσκος για πικάπ κατασκευασμένος από βινύλιο

32πχ Μεταφράσεις[]