βουβάλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βούβαλος, βουβάλα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βουβάλι βουβάλια
γενική βουβαλιού βουβαλιών
αιτιατική βουβάλι βουβάλια
κλητική βουβάλι βουβάλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βουβάλι < βοῦς και λατινική bubulus

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /vu.ˈva.li/
οικογένεια βουβαλιών δροσίζεται

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βουβάλι ουδέτερο

  1. (ζωολογία) (Bubalus bubalis) είδος άγριου και μεγαλόσωμου βοοειδούς με κοντό και αραιό τρίχωμα και μακριά κέρατα, το οποίο ζει κυρίως στην Ασία και την Αφρική
  2. (μεταφορικά-μειωτικά) ο παχύς, άχαρος και δυσκίνητος άνθρωπος


32πχ Μεταφράσεις[]