γδαρμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γδαρμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γδέρνω

Open book 01.svg Μετοχή[]

γδαρμένος, -η, -ο

  1. που έχει γδαρθεί


32πχ Μεταφράσεις[]