γδαρμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- γδαρμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γδέρνω
[
]
Μετοχή
γδαρμένος, -η, -ο
- που έχει γδαρθεί
[
]
Μεταφράσεις
γδαρμένος