γιλέκο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γιλέκο | γιλέκα |
| γενική | γιλέκου | γιλέκων |
| αιτιατική | γιλέκο | γιλέκα |
| κλητική | γιλέκο | γιλέκα |
Ετυμολογία [
]
- γιλέκο < τουρκική yelek
Ουσιαστικό [
]
γιλέκο ουδέτερο
- ρούχο χωρίς μανίκια και γιακά που κουμπώνει μπροστά (κυρίως αυτό που φοριέται πάνω από το πουκάμισο και κάτω από το σακάκι του κουστουμιού)
- αλεξίσφαιρο γιλέκο