διερμηνευτής
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Ουσιαστικό [
]
διερμηνευτής αρσενικό
- (πληροφορική) πρόγραμμα που διαβάζει πηγαίο κώδικα γραμμένο σε γλώσσα υψηλού επιπέδου και τον εκτελεί
Μεταφράσεις [
]
πρόγραμμα