διπλός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- διπλός < αρχαία ελληνική διπλοῦς
[
]
Επίθετο
διπλός, -ή, -ό
- πολλαπλασιαστικό αριθμητικό επίθετο
- που αποτελείται από δύο όμοια τμήματα ή φάσεις
- η χαρά μας σήμερα είναι διπλή, αφού γιορτάζει ο γιος μας και η κόρη μας έπιασε δουλειά
- που εμφανίζεται με δύο διαφορετικές μορφές
- τόσα χρόνια ζούσε διπλή ζωή· κανείς δεν είχε καταλάβει ότι ήταν δίγαμος
- που υπάρχει σε δύο αντίγραφα, αντίτυπα κλπ
- Η διπλή ζωή της Βερόνικα (τίτλος ταινίας του Κριστόφ Κισλόφσκι)
- αντάλλαξα τα γραμματόσημα που τα είχα διπλά
- που αποτελείται από δύο όμοια τμήματα ή φάσεις
- διπλάσιος
[
]
- → δείτε τη λέξη: διπλο-