εικασία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εικασία | εικασίες |
| γενική | εικασίας | εικασιών |
| αιτιατική | εικασία | εικασίες |
| κλητική | εικασία | εικασίες |
[
]
Ετυμολογία
- εικασία < αρχαία ελληνική εἰκασία
[
]
Ουσιαστικό
εικασία θηλυκό
- μία πρόταση με την οποία, βάσει λογικών σκέψεων, εικάζουμε ότι κάτι είναι δυνατόν να συνέβη· μια απόφανση όχι βέβαιη αλλά πιθανή
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
εικασία
|