ελαφίνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελαφίνα ελαφίνες
γενική ελαφίνας ελαφίνων
αιτιατική ελαφίνα ελαφίνες
κλητική ελαφίνα ελαφίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ελαφίνα < ελάφι + κατάληξη θηλυκού -ίνα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.la.ˈfi.na/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ελαφίνα θηλυκό

  1. το θηλυκό ελάφι
  2. (μεταφορικά) η χαριτωμένη νεαρή γυναίκα
    καταπληκτική κοπέλλα, λυγερή και όμορφη κορμοστασιά, σαν ελαφίνα
  3. (μεταφορικά) η φοβισμένη νεαρή γυναίκα
    πετάχτηκε σαν ελαφίνα μόλις ο βοριάς σφάλισε με πάταγο την πόρτα

32πχ Μεταφράσεις[]