επαναλαμβανόμενος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- επαναλαμβανόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επαναλαμβάνομαι
[
]
Μετοχή
επαναλαμβανόμενος, -η, -ο
- που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές
- ακουγόταν ένας περίεργος επαναλαμβανόμενος θόρυβος