ερείπιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ερείπιο ερείπια
γενική ερειπίου ερειπίων
αιτιατική ερείπιο ερείπια
κλητική ερείπιο ερείπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ερείπιο < αρχαία ελληνική ἐρείπιον < ἐρείπω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈɾi.pi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ερείπιο ουδέτερο

  1. μισογκρεμισμένο ή σε πολύ κακή κατάσταση κτήριο ή γενικότερα κατασκευή
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος σε πολύ μεγάλη ηλικία με κακή υγεία
  3. (μεταφορικά) άνθρωπος με κλονισμένο ψυχικό κόσμο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]