ευφυΐα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ευφυΐα | ευφυΐες |
| γενική | ευφυΐας | |
| αιτιατική | ευφυΐα | ευφυΐες |
| κλητική | ευφυΐα | ευφυΐες |
[
]
Ετυμολογία
- ευφυΐα < αρχαία ελληνική εὐφυΐα
[
]
Ουσιαστικό
ευφυΐα θηλυκό
[
]
Μεταφράσεις
ευφυΐα