ηλίθιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ηλίθιος ηλίθια ηλίθιο
γενική ηλίθιου ηλίθιας ηλίθιου
αιτιατική ηλίθιο ηλίθια ηλίθιο
κλητική ηλίθιε ηλίθια ηλίθιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ηλίθιοι ηλίθιες ηλίθια
γενική ηλίθιων ηλίθιων ηλίθιων
αιτιατική ηλίθιους ηλίθιες ηλίθια
κλητική ηλίθιοι ηλίθιες ηλίθια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηλίθιος < αρχαία ελληνική ἠλίθιος

Αρχική - Ριζική: ηλίθιος < αρχ. ἠλίθιος < ἤλιθα < ἤλιθος < ἠλεός Ετυμολογία: [<αρχ. ἠλίθιος < επίρρ. ἤλιθα "μάταια"] ήλιθα ἤλιθα (Α)

επίρρ.

1. αρκετά, υπερβολικά («ληίδα συνελάσσαμεν ἤλιθα πολλήν» — λάφυρα συγκεντρώσαμε πάρα πολλά, Ομ. Ιλ.)

2. άσκοπα, μάταια («οἵ τε πέτονται ἤλιθα» — κι αυτοί πετούν άσκοπα, Καλλ.).

[ΕΤΥΜΟΛ. ήλιθα < *ήλιθος < ηλεός*.

ΠΑΡ. ηλίθιος].

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.li.θi.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.li.θi.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.li.θi.ɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ηλίθιος

  1. που υστερεί νοητικά
  2. που δεν έχει λογική
  3. που δεν αρμόζει

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]