ηλιακός

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ηλιακός < ελληνιστική κοινή ἡλιακός < ἥλιος

Open book 01.svg Επίθετο

ηλιακός, -η, -ο

  1. που ανήκει στον ήλιο ή προέρχεται από αυτόν
    ηλιακή ακτινοβολία
  2. που συμφωνεί με την κίνηση της γης γύρω από τον ήλιο
    ηλιακό έτος
  3. που επιτελεί τη λειτουργία του αξιοποιώντας τις ακτίνες του ήλιου
    ηλιακό ρολόι, ηλιακός θερμοσίφωνας

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί Όροι

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ηλιακός αρσενικό

  1. ο ηλιακός θερμοσίφωνας, συσκευή που συλλέγει την ηλιακή ακτινοβολία και παρέχει στο οικιακό δίκτυο ζεστό νερό
  2. (κυπριακή διάλεκτος) δωμάτιο με ήλιο


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες