θημωνιά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | θημωνιά | θημωνιές |
| γενική | θημωνιάς | θημωνιών |
| αιτιατική | θημωνιά | θημωνιές |
| κλητική | θημωνιά | θημωνιές |
[
]
Ετυμολογία
- θημωνιά < αρχαία ελληνική θημών
[
]
Ουσιαστικό
θημωνιά θηλυκό
- σωρός από θερισμένα σπαρτά ή άλλα φυτά και ειδικότερα ο δεμένος
[
]
[
]
Μεταφράσεις
θημωνιά