ιππόκαμπος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ιππόκαμπος | ιππόκαμποι |
| γενική | ιπποκάμπου ή ιππόκαμπου |
ιπποκάμπων ή ιππόκαμπων |
| αιτιατική | ιππόκαμπο | ιπποκάμπους ή ιππόκαμπους |
| κλητική | ιππόκαμπε | ιππόκαμποι |
[
]
Ετυμολογία
- ιππόκαμπος < αρχαία ελληνική ἱππόκαμπος < ἵππος + κάμπος
[
]
Ουσιαστικό
ιππόκαμπος αρσενικό
- (ιχθυολογία) είδος ψαριού που έχει κεφάλι σε μορφή αλόγου και κολυμπά κατακόρυφα
- (μυθολογία) πλάσμα μισό άλογο και μισό ψάρι
- (ανατομία) τμήμα του εγκεφάλου
[
]
Δείτε επίσης
- ιππόκαμπος στη Βικιπαίδεια

[
]
Μεταφράσεις
ιππόκαμπος