καγκελάριος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καγκελάριος | καγκελάριοι |
| γενική | καγκελαρίου ή καγκελάριου |
καγκελαρίων ή καγκελάριων |
| αιτιατική | καγκελάριο | καγκελαρίους ή καγκελάριους |
| κλητική | καγκελάριε | καγκελάριοι |
[
]
Ετυμολογία
- καγκελάριος < λατινικά cancellarius
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /kaŋ.ɟɛ.ˈla.ɾi.ɔs/
[
]
Ουσιαστικό
καγκελάριος αρσενικό ή θηλυκό
- τίτλος που συνοδεύει διάφορα αξιώματα, όπως του αρχηγού της κυβέρνησης (πρωθυπουργού στη Γερμανία και την Αυστρία ή του υπουργού Δικαιοσύνης στο Ηνωμένο Βασίλειο
[
]
Μεταφράσεις
καγκελάριος