καθώς
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- καθώς < αρχαία ελληνική καθώς
Επίρρημα [
]
καθώς
- (αναφορικό τροπικό) όπως
Εκφράσεις [
]
- καθώς πρέπει
Σύνθετα [
]
Σύνδεσμος [
]
καθώς
- (εισάγει χρονικές προτάσεις που δηλώνουν το ταυτόχρονο) κατά τη διάρκεια, ενώ, όταν
- καθώς ερχόμουν εδώ, συνέβη κάτι αναπάντεχο
- (εισάγει αιτιολογικές προτάσεις) επειδή
- Έβαλε πάλι πλάτη ο Καραγκούνης καθώς συμφώνησε με τον Παναθηναϊκό (από το sport24.gr)