κατέχω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ρήμα
κατέχω
- έχω στην κατοχή μου, στην ιδιοκτησία μου
- διατηρώ στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής σε ξένη χώρα και την ελέγχω
- γνωρίζω κάτι καλά
- κατέχεις τίποτα από ηλεκτρολογικά;