κατέχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατέχω < αρχαία ελληνική κατέχω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κατέχω, παθ. φωνή: κατέχομαι, χωρίς συνοπτικούς χρόνους

  1. έχω στην κατοχή μου, στην ιδιοκτησία μου
  2. διατηρώ στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής σε ξένη χώρα και την ελέγχω
  3. γνωρίζω κάτι καλά
    κατέχεις τίποτα από ηλεκτρολογικά;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. κατέχω κατείχα θα κατέχω να κατέχω κατέχοντας
β' ενικ. κατέχεις κατείχες θα κατέχεις να κατέχεις κάτεχε
γ' ενικ. κατέχει κατείχε θα κατέχει να κατέχει
α' πληθ. κατέχουμε κατείχαμε θα κατέχουμε να κατέχουμε
β' πληθ. κατέχετε κατείχατε θα κατέχετε να κατέχετε κατέχετε
γ' πληθ. κατέχουν κατείχαν
κατέχανε
θα κατέχουν να κατέχουν

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους:



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας κατέχω κατέχομαι
Παρατατικός κατεῖχον κατειχόμην
Μέλλοντας καθέξω & κατασχήσω καθέξομαι & κατασχήσομαι & κατασχεθήσομαι
Αόριστος κατέσχον κατεσχόμην & κατηνεξάμην & κατεσχέθην
Παρακείμενος κατέσχηκα κατέσχημαι
Υπερσυντέλικος κατεσχήκειν κατεσχήμην
Συντελεσμένος Μέλλοντας


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατέχω < κατά + ἔχω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κατέχω

  1. κατέχω αντικείμενο, περιουσία, έχω κάτι στην κατοχή μου, το κάνω δικό μου
    σῴζειν ἅπερ ἃν ἅπαξ κατάσχωσι
    ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες
    πάρος τινὰ γαῖα καθέξει : σύντομα θα μας κάνει δικούς της η γη (θα πεθάνουμε)
  2. κατέχω γη, εξουσιάζω και παθητικό εξουσιάζομαι, κατέχομαι
    θήκας Ἰλιάδος γᾶς κατέχουσι
    καρδίαν κατέσχετο ἔρωτι
  3. χαλιναγωγώ, συγκρατούμαι, αναχαιτίζω
    οὐδὲ γὰρ αὐτὸς ἐδυνάμην τὸν γέλωτα κατασχεῖν : ούτε εγώ μπόρεσα να συγκρατήσω τα γέλια μου
  4. (μεταφορικά) γεμίζω, πλημμυρίζω, καθιστώ κάτι κυρίαρχο σε ένα χώρο
    οἰμωγὴ κατεῖχε πελαγίαν ἅλα
    νὺξ δνοφερὴ κάτεχ᾽ οὐρανόν/ σελήνη κατείχετο νεφέεσσιν
    συνέβη λοιμώδη νόσον κατασχεῖν τὴν Ἰταλίαν”
  5. φτάνω στη στεριά από τα ανοιχτά της θάλασσας
    ὁ δὲ δὴ ναυτικὸς στρατὸς ὁρμηθεὶς ἔπλεε καὶ κατέσχε τῆς Μαγνησίης χώρης
  6. επικρατώ
    ὁ βορέας κατεῖχεν
  7. αντιλαμβάνομαι
    τρίτον δὲ οὐ σφόδρα κατέχω τί βούλει φράζειν : δεν είμαι βέβαιος ότι καταλαβαίνω τι εννοείς με το τρίτο

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]