κενό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κενό κενά
γενική κενού κενών
αιτιατική κενό κενά
κλητική κενό κενά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κενό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κενός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κενό ουδέτερο

  1. (φυσική) χώρος χωρίς ύλη
  2. το άδειο κομμάτι ενός χώρου
    • (μεταφορικά) χρονικό διάστημα χωρίς κάποια συγκεκριμένη εργασία ή υποχρέωση
    • (στο σχολείο) μια διδακτική ώρα χωρίς μάθημα
      έλειπε ο φιλόλογος και τα παιδιά έκαναν κενό
  3. ένα χάσμα που διακόπτει τη συνέχεια μιας επιφάνειας
  4. (μεταφορικά) η απουσία ενός πράγματος

Εκφράσεις[]

  • κενό εξουσίας: η απουσία μιας νόμιμης κυβέρνησης, ιδιαίτερα σε μεσοδιαστήματα
  • νιώθω μέσα μου ένα κενό: δηλώνει ή απουσία συναισθημάτων και στόχων ή ότι μου λείπουν πολύ κάποια πράγματα ή πρόσωπα
  • είχε το βλέμμα του καρφωμένο στο κενό: ήταν αφηρημένος ή σκεφτόταν έντονα κάτι και δεν κοιτούσε κάτι συγκεκριμένο
  • οι προσπάθειές του έπεσαν στο κενό: δηλώνει αποτυχία, έλλειψη ανταπόκρισης των άλλων στις προσπάθειές του


32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

κενό