κλιτύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κλιτύς < αρχαία ελληνική κλιτύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κλιτύς θηλυκό

  1. (καθαρεύουσα) πλαγιά, κατωφέρεια, πλευρά βουνού
    Ἦτο μεσημβρία ἤδη, καί δέν ἔφθασαν ἀκόμη εἰς τήν Κεχρεάν, τήν ὡραίαν μελαγχολικήν κοιλάδα, μέ τάς ἐλαιοφύτους κλιτῦς, μέ τόν Ἀραδιᾶν, τόν πυκνόν δρυμῶνά της, μέ τό ρεῦμα καί τάς πλατάνους καί τούς νερομύλους της. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κλιτύς κλιτύε κλιτύες
Γενική κλιτύος κλιτύοιν κλιτύων
Δοτική κλιτύϊ κλιτύοιν κλιτύσι(ν)
Αιτιατική κλιτύν κλιτύε κλιτῦς
Κλητική κλιτύ κλιτύε κλιτύες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κλιτύς < κλίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κλιτύς (ῑ) θηλυκό

  1. πλαγιά, κατωφέρεια, πλευρά βουνού