κλιτύς
Από Βικιλεξικό
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κλῑτύς | κλῑτύε | κλῑτύες |
| Γενική | κλῑτύος | κλῑτύοιν | κλῑτύων |
| Δοτική | κλῑτύϊ | κλῑτύοιν | κλῑτύσι(ν) |
| Αιτιατική | κλῑτύν | κλῑτύε | κλῑτῦς |
| Κλητική | κλῑτύ | κλῑτύε | κλῑτύες |
Ετυμολογία [
]
- κλιτύς < κλίνω
Ουσιαστικό [
]
κλιτύς θηλυκό
- πλαγιά, κατωφέρεια, πλευρά βουνού
- Ἦτο μεσημβρία ἤδη, καί δέν ἔφθασαν ἀκόμη εἰς τήν Κεχρεάν, τήν ὡραίαν μελαγχολικήν κοιλάδα, μέ τάς ἐλαιοφύτους κλιτῦς, μέ τόν Ἀραδιᾶν, τόν πυκνόν δρυμῶνά της, μέ τό ρεῦμα καί τάς πλατάνους καί τούς νερομύλους της. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)