κοινωνικοποίηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κοινωνικοποίηση < κοινωνικοποιώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κοινωνικοποίηση θηλυκό

  1. (κοινωνιολογία): η διαδικασία προσαρμογής και εκμάθησης της συμπεριφοράς ενός ατόμου (ανήλικου ή ενήλικου) σε μια κοινωνία που προηγουμένως έχουν εγκρίνει τα μέλη της.
  2. (πολιτική), (οικονομία): η εθνικοποίηση σε σοσιαλιστική ή λαϊκή έκφραση.

32πχ Μεταφράσεις[]