κομφορμισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κομφορμισμός κομφορμισμοί
γενική κομφορμισμού κομφορμισμών
αιτιατική κομφορμισμό κομφορμισμούς
κλητική κομφορμισμέ κομφορμισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομφορμισμός < γαλλική conformism

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κομφορμισμός αρσενικό

  • προσαρμογή ενός ατόμου στις απαιτήσεις και στους τύπους συμπεριφοράς της ομάδας στην οποία ανήκει

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]