κρημνός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κρημνός < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κρημνός αρσενικό

  1. γκρεμός, βάραθρο
  2. (ιατρική) τμήμα ιστού, κυρίως δέρματος, που χρησιμοποιείται σε πλαστικές επεμβάσεις ως μόσχευμα χωρίς να αποκοπεί ολοκληρωτικά από την αρχική του θέση
    αναπέταση κρημνού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]