κρημνός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κρημνός < αρχαία ελληνική
Ουσιαστικό [
]
κρημνός αρσενικό
- γκρεμός, βάραθρο
- (ιατρική) τμήμα ιστού, κυρίως δέρματος, που χρησιμοποιείται σε πλαστικές επεμβάσεις ως μόσχευμα χωρίς να αποκοπεί ολοκληρωτικά από την αρχική του θέση
- αναπέταση κρημνού