γκρεμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γκρεμός | γκρεμοί |
| γενική | γκρεμού | γκρεμών |
| αιτιατική | γκρεμό | γκρεμούς |
| κλητική | γκρεμέ | γκρεμοί |
Ετυμολογία [
]
- γκρεμός ή γκρεμνός < αρχαία ελληνική κρημνός
Ουσιαστικό [
]
γκρεμός αρσενικό, πληθυντικός γκρεμοί, ή γκρεμνοί, ή γκρεμνά
- απότομος βράχος, ύψωμα
- απότομη βραχώδη πλαγιά
- άκρη φυσικού υψώματος που οδηγεί σε βάραθρο