κωφός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κωφός κωφοί
γενική κωφού κωφών
αιτιατική κωφό κωφούς
κλητική κωφέ κωφοί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κωφός < αρχαία ελληνική κωφός

[] Open book 01.svg Επίθετο

κωφός -ή -ό (και κουφός)

  • που στερείται την ακοή του, που δεν μπορεί να ακούσει εξαιτίας κάποιας βλάβης στα αισθητήρια όργανα της ακοής


[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες