κόνικλος
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
- κόνικλος < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
κόνικλος αρσενικό
- το κουνέλι
[
]
Μεταφράσεις
κόνικλος