κουνέλι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουνέλι | κουνέλια |
| Γενική | κουνελιού | κουνελιών |
| Αιτιατική | κουνέλι | κουνέλια |
| Κλητική | κουνέλι | κουνέλια |
Ετυμολογία
- πιθανόν από το ιταλικό coniglio < cuniculus (λατινικά)
- ή ακόμα από το επίσης ιταλικό cunelo
- στην καθαρεύουσα: κόνικλος
Ουσιαστικό
κουνέλι ουδέτερο
- (ζωολογία) κατοικίδιο θηλαστικό που μοιάζει με το λαγό, αναπαράγεται συχνά και με πολλά μικρά κι εκτρέφεται κυρίως για το κρέας και το δέρμα του
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
|
|