λαγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαγός λαγοί
γενική λαγού λαγών
αιτιατική λαγό λαγούς
κλητική λαγέ λαγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λαγός < αρχαία ελληνική λαγώς < λαγωός (: αυτός που έχει χαλαρά/μαλακά αυτιά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

λαγός που τρέχει

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /la.ˈɣɔs/

λαγός ουδέτερο

  • (ζωολογία) τετράποδο θηλαστικό της οικογένειας των λαγοειδών. Έχει μικρό μέγεθος, δυνατά δόντια και μεγάλα όρθια αυτιά. Ζει στην εξοχή, τρέφεται με χόρτα και βλαστάρια, αναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες και θηρεύεται για το νόστιμο κρέας του
  • (μεταφορικά) ο δειλός άνθρωπος
φοβάται σαν λαγός

Εκφράσεις []

  • γίνομαι λαγός: εξαφανίζομαι πολύ γρήγορα
  • βγάζω λαγό: έχω μια επιτυχία, βρίσκω μια σημαντική ευκαιρία, κάνω μια σημαντική ανακάλυψη

Παροιμίες []

  • άλλα είναι τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας : η διαφορά ανάμεσα σε δύο πρόσωπα / πράγματα / καταστάσεις είναι τόσο μεγάλη, που οποιαδήποτε σύγκριση είναι αδύνατη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα []

32πχ Μεταφράσεις []