λίστα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
λίστα < ιταλική λέξη lista < δάνειο από τη γερμανική
Ουσιαστικό [
]
λίστα θηλυκό (πληθυντικός : λίστες)
- κατάλογος στον οποίο καταγράφονται συνήθως, αλλά όχι πάντα, εκκρεμότητες προς ρύθμιση
-
- Κάνε μια λίστα με όσα πρέπει να αγοράσω, να πάρουμε μαζί, να δώσουμε, να διεκπεραιώσουμε, να τελειώσουμε, με τις δουλειές που πρέπει να γίνουν άμεσα κ.λπ.
- Γράψε σε μια λίστα τους υπόπτους/τα ονόματα αυτών που κρίνεις ότι πρέπει να απολυθούν/να προσληφθούν/να συλληφθούν
- Κάνε μια λίστα με τα υπέρ και τα κατά για να διευκολυνθείς στην απόφαση που πρέπει να πάρεις
Εκφράσεις [
]
- Μαύρη λίστα : Κάτι σαν την Μαύρη Βίβλο, μια λίστα με τα ονόματα ατόμων που είναι ανεπιθύμητα σε καθεστώτα δικτατορικά, που φυλακίζονται ή αποκλείονται από εργασίες στον δημόσιο τομέα, λίστα τραπεζών με τους αναξιόπιστους, κακοπληρωτές δανειολήπτες, λίστα ατόμων που διοργανώνουν δεξιώσεις, συνέδρια και αναφέρουν εκεί τα πρόσωπα που είναι ανεπιθύμητα για διάφορους λόγους, τηρουμένων των αναλογιών, ως persona non grata κ.λπ.