λαούτο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λαούτο | λαούτα |
| γενική | λαούτου | λαούτων |
| αιτιατική | λαούτο | λαούτα |
| κλητική | λαούτο | λαούτα |
[
]
Ετυμολογία
- λαούτο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
λαούτο ουδέτερο και λαγούτο
- έγχορδο, παραδοσιακό μουσικό όργανο, με αχλαδόσχημο ηχείο και μακρύ βραχίονα
[
]
[
]
Δείτε επίσης
- λαούτο στη Βικιπαίδεια
