ληστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ληστής ληστές
γενική ληστή ληστών
αιτιατική ληστή ληστές
κλητική ληστή ληστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ληστής < αρχαία ελληνική λῃστής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /li.ˈstis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ληστής αρσενικό

  1. το άτομο που κάνει ληστεία
  2. το μέλος μιας συμμορίας που δρούσε στην ύπαιθρο, ληστεύοντας ή απάγοντας περαστικούς
  3. (μεταφορικά) το άτομο που αποκτά χρήματα με αισχροκέρδεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]