μάγεμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάγεμα μαγέματα
γενική μαγέματος μαγεμάτων
αιτιατική μάγεμα μαγέματα
κλητική μάγεμα μαγέματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μάγεμα < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική μάγευμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μάγεμα ουδέτερο

  1. το να μαγεύεις κάποιον
  2. αυτό που σε μαγεύει (πχ με την ομορφιά του)
    Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη (Διον. Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]