μάγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάγος μάγοι
γενική μάγου μάγων
αιτιατική μάγο μάγους
κλητική μάγε μάγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μάγος < μεταγενέστερη ελληνική μάγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μάγος αρσενικό, μάγισσα θηλυκό

  1. αυτός που ασκεί τη μαγεία, που κάνει μάγια, που επικαλείται υπερφυσικές δυνάμεις ή εμφανίζεται να τις έχει
  2. αυτός που έχει εξαιρετικές ικανότητες σε έναν τομέα
    ο νεαρός μηχανικός γρήγορα αναδείχθηκε σε μάγο της πληροφορικής

Εκφράσεις[]

  • μάγος είσαι;: ειρωνική έκφραση σε κάποιον που μάντεψε κάτι το προφανές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]