βοηθητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική βοηθητικός βοηθητική βοηθητικό
γενική βοηθητικού βοηθητικής βοηθητικού
αιτιατική βοηθητικό βοηθητική βοηθητικό
κλητική βοηθητικέ βοηθητική βοηθητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βοηθητικοί βοηθητικές βοηθητικά
γενική βοηθητικών βοηθητικών βοηθητικών
αιτιατική βοηθητικούς βοηθητικές βοηθητικά
κλητική βοηθητικοί βοηθητικές βοηθητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βοηθητικός < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Επίθετο[]

βοηθητικός, -ή, -ό

  1. που βοηθάει
  2. που έχει σκοπό την παροχή βοήθειας
  3. που είναι δευτερεύων, που δεν είναι κύριος
  4. (στο στρατό) ο στρατιώτης που για λόγους υγείας δεν μπορεί να φέρει όπλο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]