μαγεία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μαγεία | μαγείες |
| γενική | μαγείας | μαγειών |
| αιτιατική | μαγεία | μαγείες |
| κλητική | μαγεία | μαγείες |
[
]
Ετυμολογία
- μαγεία < αρχαία ελληνική
[
]
Ουσιαστικό
μαγεία θηλυκό
- η επίκληση υπερφυσικών δυνάμεων (π.χ. με ξόρκια ή παρασκευή φίλτρων) προκειμένου να συμβεί κάτι που παραβιάζει τους φυσικούς νόμους
- μια συγκεκριμένη τέτοια ενέργεια, τα μάγια
- (μεταφορικά) η γοητεία που ασκεί πάνω μας κάποιος ή κάτι λόγω της ομορφιάς του ή άλλων χαρισμάτων του
- κάτι πάρα πολύ όμορφο, που μας μαγεύει
- η θάλασσα χτες ήταν σκέτη μαγεία
[
] Εκφράσεις
- μαύρη μαγεία
- ομοιοπαθητική μαγεία