μαγεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαγεία μαγείες
γενική μαγείας μαγειών
αιτιατική μαγεία μαγείες
κλητική μαγεία μαγείες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μαγεία < αρχαία ελληνική

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μαγεία θηλυκό

  1. η επίκληση υπερφυσικών δυνάμεων (π.χ. με ξόρκια ή παρασκευή φίλτρων) προκειμένου να συμβεί κάτι που παραβιάζει τους φυσικούς νόμους
  2. μια συγκεκριμένη τέτοια ενέργεια, τα μάγια
  3. (μεταφορικά) η γοητεία που ασκεί πάνω μας κάποιος ή κάτι λόγω της ομορφιάς του ή άλλων χαρισμάτων του
  4. κάτι πάρα πολύ όμορφο, που μας μαγεύει
    η θάλασσα χτες ήταν σκέτη μαγεία

[] Εκφράσεις

  • μαύρη μαγεία
  • ομοιοπαθητική μαγεία

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες