μπαγλαμάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαγλαμάς μπαγλαμάδες
γενική μπαγλαμά μπαγλαμάδων
αιτιατική μπαγλαμά μπαγλαμάδες
κλητική μπαγλαμά μπαγλαμάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαγλαμάς < τουρκική bağlama (το σάζι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /baɣ.la.ˈmas/
μπουζούκι και μπαγλαμάς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαγλαμάς αρσενικό

  1. (μουσική) τρίχορδο μουσικό όργανο με μικρό αχλαδόσχημο ηχείο και μακρύ σχετικά μπράτσο που συχνά συνοδεύει το μπουζούκι σε λαϊκές ορχήστρες
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος ανόητος, χωρίς αξία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]