μπαλαούρο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μπαλαούρο | μπαλαούρα |
| γενική | μπαλαούρου | μπαλαούρων |
| αιτιατική | μπαλαούρο | μπαλαούρα |
| κλητική | μπαλαούρο | μπαλαούρα |
[
]
Ετυμολογία
- μπαλαούρο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
μπαλαούρο ουδέτερο
- σε πολεμικό πλοίο, χώρος κοντά σε πυροβολείο όπου αποθήκευαν πυρομαχικά και άλλα υλικά· μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως χώρος κράτησης, εξού και η μεταφορική του έννοια. Σε όλα τα πλοία, κάθε κλειστός χώρος αποθήκευσης που ανοίγει κάτω από τα καθίσματά του.
- (μεταφορικά) κρατητήριο
[
]
Μεταφράσεις
μπαλαούρο