μπιμπερό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μπιμπερό | μπιμπερά |
| γενική | μπιμπερού | μπιμπερών |
| αιτιατική | μπιμπερό | μπιμπερά |
| κλητική | μπιμπερό | μπιμπερά |
Ετυμολογία [
]
- μπιμπερό < γαλλική biberon
Ουσιαστικό [
]
μπιμπερό ουδέτερο άκλιτο
- είδος μπουκαλιού στο οποίο τοποθετείται τεχνητή θηλή και χρησιμοποιείται κυρίως για παροχή τροφής σε μικρά (ανθρώπων ή άλλων θηλαστικών)