μπιμπερό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπιμπερό μπιμπερά
γενική μπιμπερού μπιμπερών
αιτιατική μπιμπερό μπιμπερά
κλητική μπιμπερό μπιμπερά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπιμπερό < γαλλική biberon

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μπιμπερό ουδέτερο άκλιτο

  1. είδος μπουκαλιού στο οποίο τοποθετείται τεχνητή θηλή και χρησιμοποιείται κυρίως για παροχή τροφής σε μικρά (ανθρώπων ή άλλων θηλαστικών)

32πχ Μεταφράσεις[]