νάφθα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νάφθα νάφθες
γενική νάφθας ναφθών
αιτιατική νάφθα νάφθες
κλητική νάφθα νάφθες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νάφθα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νάφθα θηλυκό

  1. γενική ονομασία κάθε μείγματος εύφλεκτων και πτητικών υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται για αραίωση ή καθαρισμό
  2. ακάθαρτο πετρέλαιο

32πχ Μεταφράσεις[]