άσφαλτος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- άσφαλτος < ιταλική asfalto < λατινική asphaltus < αρχαία ελληνική ἄσφαλτος (το υλικό στερέωσης των τειχών της Βαβυλώνας για να μην σφάλλουν, δηλαδή να μην καταρρέουν)
[
]
Ουσιαστικό
άσφαλτος θηλυκό
- υλικό επίστρωσης οδών