νιπτήρας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | νιπτήρας | νιπτήρες |
| γενική | νιπτήρα | νιπτήρων |
| αιτιατική | νιπτήρα | νιπτήρες |
| κλητική | νιπτήρα | νιπτήρες |
Ετυμολογία [
]
- νιπτήρας < αρχαία ελληνική νιπτήρ < νίπτω
Ουσιαστικό [
]
νιπτήρας (1) σε τουαλέτα
νιπτήρας αρσενικό
- δοχείο για το πλύσιμο του προσώπου, στερεωμένο στον τοίχο και συνδεδεμένο με την αποχέτευση