νιπτήρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νιπτήρας νιπτήρες
γενική νιπτήρα νιπτήρων
αιτιατική νιπτήρα νιπτήρες
κλητική νιπτήρα νιπτήρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νιπτήρας < αρχαία ελληνική νιπτήρ < νίπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νιπτήρας (1) σε τουαλέτα

νιπτήρας αρσενικό

  1. δοχείο για το πλύσιμο του προσώπου, στερεωμένο στον τοίχο και συνδεδεμένο με την αποχέτευση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]