νεροχύτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεροχύτης < νερό + χύνω
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεροχύτης νεροχύτες
γενική νεροχύτη νεροχυτών
αιτιατική νεροχύτη νεροχύτες
κλητική νεροχύτη νεροχύτες

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεροχύτης αρσενικό

  1. Σκεύος αποτελούμενο από βρύση και μία ή δύο γούρνες απ' όπου φεύγουν τα ακάθαρτα νερά της κουζίνας και καταλήγουν στο βόθρο.


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]